Τα cookies επιτρέπουν μια σειρά από λειτουργίες που ενισχύουν την απόλαυση του dirfys.gr. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies, σύμφωνα με τις οδηγίες μας

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020
  • >
  • >
  • >
  • >
Στενή
Ένα από τα διασημότερα χειμερινά θέρετρα της Ελλάδας
Χιλιαδού
Η Χιλιαδού είναι μια άγριας ομορφιάς παραλία
Ο Βράχος
Ένα πολύ αξιόλογο αναρριχητικό πεδίο
Καταφύγιο
Το καταφύγιο 'Μ. Νικολάου' βρίσκεται στη θέση 'Λειρί' στην Δίρφη
Μονή Ερίων
Η εκκλησία είναι μονομερίτικη, κτισμένη δηλαδή σε μια μέρα

Καλώς ήρθατε στο dirfys.gr, ένα site στο οποίο μπορείτε να βρείτε σχεδόν τα πάντα σχετικά με την περιοχή της Δίρφυς. Σκοπός μας είναι να δείξουμε και να αναδείξουμε τις ομορφιές της περιοχής σε όσους δεν την έχουν επισκεφτεί, να προσφέρουμε χρήσιμες πληροφορίες στους κατοίκους της και να φέρουμε πιο κοντά τους απανταχού Δίρφυους.

Καλή περιήγηση

 

                                                                                                                          

Ο Βυζαντινός Ναός της Παλαιοπαναγιάς...

Ο Βυζαντινός Ναός της Παλαιοπαναγιάς...

Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία με πολυτάραχη ιστορία που εντοπίζονται στην περιοχή της Δίρφυς είναι ο ναός της Παλαιοπαναγιάς, στην ευρύτερη περιοχή της Στενής, σε απόμερο φυσικό τοπίο. Ανήκει στον τύπο του σταυρεπίστεγου ναού, δημιούργημα του 13ου αιώνα, την περίοδο δηλαδή της Λατινοκρατίας στην...

Ναός Πέτρου και Παύλου Βούνων

Ναός Πέτρου και Παύλου Βούνων

Η εγκάρσια καμάρα είναι ελαφρά, οξυκόρυφος, ο νάρθηκας ήταν κεραμοσκεπής, ενώ, σήμερα η καμάρα αυτή έχει καταπέσει. Πρέπει να είναι των ίδιων χρόνων με τον Ναό Μεταμορφώσεως. Και αυτός ο Ναός, είναι Βυζαντινής εποχής. Οι εξωτερικές διαστάσεις του παλιού ακέραιου Ναού, κατά την Ευβοϊκή Εγκυκλοπαίδεια,...

Πιες νερό από τη «Βρύση του Γι...

Πιες νερό από τη «Βρύση του Γι...

Πάρε το αμάξι σου και φύγε τώρα για τη Στενή Ευβοίας. Τον απόλυτο προορισμό για κάθε εποχή. Πανέμορφο φυσικό περιβάλλον, ένα από τα πιο όμορφα ελληνικά βουνά, ένα γραφικό και υπέροχο χωριό και μία αλλιώτικη παραλία. Βόλτα ως τη «Βρύση του Γιατρού» μια πηγή σε υπέροχο φυσικό περιβάλλον Θες τρεχούμενα...

Η χιονοφωλιά της Δίρφυος

Η χιονοφωλιά της Δίρφυος

Η Ανω Στενή χτίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και βρίσκεται στις παρυφές της Δίρφυος Με τις πρόσφατες κακοκαιρίες το χιόνι έφτασε στην πόρτα μας! Οπως όμως συχνά συμβαίνει, ο νοτιάς που ακολούθησε και ο λαμπερός αττικός ήλιος πήρε μαζί του τον λευκό παγωμένο επισκέπτη. Αν δεν χορτάσατε ακόμα χιονισμένα...

Στενή, η

Στενή, η "Αράχωβα" της Εύβοιας

{youtube}hE6vDFYHaBs{/youtube} Επειδή το φως της ημέρας έχει περιοριστεί, οι χειμερινες ημερήσιες εξορμήσεις μικραίνουν σε απόσταση. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως τα μέρη που έχουμε κοντά μας είναι λιγότερο ωραία ή ενδιαφέροντα από κάποια άλλα που είναι σε μεγαλύτερη απόσταση. Και επειδή σε κάποια παλαιότερα...

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πώς ένα παιδί οδήγησε το ΣτΕ σε απόφαση για το πώς αλλάζουμε επώνυμο

Η υπόθεση έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας μετά από άρνηση δημάρχου της Δυτικής Μακεδονίας να αποδεχθεί την αλλαγή επωνύμου ανήλικου παιδιού.

taftotita ape

Το Συμβούλιο της Επικρατείας με απόφασή του οριοθέτησε τις προϋποθέσεις κάτω από τις οπαίες μπορεί να αλλάξει ο πολίτης το επώνυμό του, ενώ εξετάζοντας υπόθεση που το απασχόλησε, έκρινε ότι το παιδί που γεννήθηκε εκτός γάμου, το οποίο όμως αναγνωρίστηκε στην συνέχεια από τον φυσικό του πατέρα και έλαβε το επώνυμο του, μπορεί να λάβει το επώνυμο του άνδρα με τον οποίο η μητέρα του ακολούθως τέλεσε γάμο και ζουν και οι τρεις στην ίδια κατοικία.

Σύμφωνα με το ΣτΕ, για να αλλάξει ο πολίτης το επώνυμό του, πρέπει να έχει νόμιμους, σοβαρούς και τεκμηριωμένους λόγους που να καθιστούν αναγκαία την αλλαγή.

Η υπόθεση έφτασε στο ΣτΕ μετά από άρνηση δημάρχου της Δυτικής Μακεδονίας να αποδεχθεί την αλλαγή επωνύμου ανήλικου παιδιού. Να διευκρινιστεί ότι εμπλοκή στην αλλαγή του επωνύμου έχουν ο δήμαρχος, ο περιφερειάρχης και ο υπουργός Εσωτερικών.

Ειδικότερα, το παιδί γεννήθηκε τον Ιούνιο του 2006 εκτός γάμου και τον επόμενο μήνα ο φυσικός του πατέρας με συμβολαιογραφική πράξη το αναγνώρισε και συναινετικά το παιδί έλαβε το επώνυμο του φυσικού του πατέρα.

Όμως, 4 χρόνια μετά, η μητέρα του ανήλικου παντρεύτηκε με τρίτο πρόσωπο και έκτοτε, κάτω από την ίδια οικογενειακή στέγη ζουν και οι τρεις. Μάλιστα, όπως αναφέρει η δικαστική απόφαση, ο σύζυγος της μητέρας περιβάλλει τον ανήλικο «με στοργή και αγάπη», ενώ «βαρύνεται αποκλειστικά με τη διατροφή του».

Στην συνέχεια, η μητέρα ζήτησε την αλλαγή του επωνύμου του παιδιού, ώστε να φέρει αντί του πατρικού επωνύμου, τον συνδυασμό του δικού της επωνύμου και του συζύγου της. Για την αλλαγή του επωνύμου η μητέρα του επικαλέστηκε «ψυχολογικούς και κοινωνικούς λόγους», ενόψει της έλλειψης επικοινωνίας του φυσικού πατέρα -ο οποίος έχει ήδη παντρευτεί από το έτος 2006- με το ανήλικο παιδί, αλλά και την φροντίδα του συζύγου της προς το παιδί.

Ο δήμαρχος απάντησε στο αίτημα ότι «δεν υφίσταται αρμοδιότητα του δημάρχου να προβεί σε αλλαγή του επωνύμου ανήλικων τέκνων, όταν γι' αυτά υφίσταται αμετάκλητος προσδιορισμός του επωνύμου τους με δήλωση των γονέων τους, διότι άλλως καταστρατηγούνται οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Αστικού Κώδικα, οι οποίες είναι ειδικές και υπερισχύουν των γενικών διατάξεων για πρόσληψη και αλλαγή επωνύμου».

Ακολούθως, η μητέρα προσέφυγε στην Δικαιοσύνη και το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ, αφού ερμήνευσε το συνταγματικό δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5), την νομοθεσία και τον Αστικό Κώδικα, αναφέρει στην απόφασή του, ότι «το επώνυμο αποτελεί μεν στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, πλην η πρόσκτηση ή η αλλαγή του δεν απόκειται στην ιδιωτική βούληση, αλλά ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, ως θέμα συναπτόμενο με την ασφάλεια των συναλλαγών και των εννόμων εν γένει σχέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ατόμου, χωρεί δε κατ' αρχήν διά της διοικητικής οδού (σσ δημάρχου κά».

Σε κάθε περίπτωση, προσθέτει το ΣτΕ, η αλλαγή του επωνύμου, προϋποτίθεται την συνδρομή συγκεκριμένων και σοβαρών λόγων, των οποίων η εκτίμηση ανήκει στην αρμόδια διοικητικής αρχής και προσθέτει ότι ο δήμαρχος, είναι δέσμιος «σε κάθε περίπτωση, προπαντός, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτών τη μεταβολή του επωνύμου του και να αποφαίνεται εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται ή όχι να εγκριθεί η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικά, από την άποψη αυτή, την απόφασή του».

Σύμφωνα με τους συμβούλους Επικρατείας, στην αρμοδιότητα του δημάρχου, υπάγεται εκτός των άλλων περιπτώσεων και η αλλαγή επωνύμου, αναγνωρισθέντος ή υιοθετηθέντος τέκνου (άρθρα 15061-562 Α.Κ.).

Κατά την απόφαση του ΣτΕ, ο δήμαρχος δεν άσκησε την κατά το νομοθετικό διάταγμα 2573/1953 αρμοδιότητά του, δηλαδή δεν εξέτασε αν με βάση τους λόγους που εξέθεσε η μητέρα του ανηλίκου, «ήταν ή όχι ενδεδειγμένη η μεταβολή του επωνύμου του υιού της, ώστε να δεχθεί ή να απορρίψει το αίτημα με ειδική αιτιολογία».

Κατόπιν αυτών, το ΣτΕ ακύρωσε την απόφαση του δημάρχου και ανέπεμψαν την υπόθεση σε αυτόν, προκειμένου να αποφανθεί νόμιμα και αιτιολογημένα επί του αιτήματος της μητέρας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

Ποια ήταν η Αγία Αικατερίνη που τιμάται 25 Νοεμβρίου και πως μαρτύρησε

agia aikaterini 1024x613

Η Αγία Αικατερίνη, τη μνήμη της οποίας τιμά στις 25 Νοεμβρίου η Εκκλησία, καταγόταν από οικογένεια ευγενών της Αλεξάνδρειας, «θυγάτηρ βασιλίσκου τινός ονομαζομένου Kώνστου», και μαρτύρησε στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. (304 μ.Χ.) Ήταν ευφυέστατη και φιλομαθής.

Η Αγία Αικατερίνη ήδη σε ηλικία δέκα οκτώ χρονών κατείχε τις γνώσεις της ελληνικής, ρωμαικής και λατινικής φιλολογίας και φιλοσοφίας, δηλαδή γνώριζε τα έργα του Oμήρου, του λατίνου ποιητή Bιργίλιου, του Aσκληπιού, του Iπποκράτη και Γαληνού των ιατρών, του Aριστοτέλη και του Πλάτωνα, του Φιλιστίωνα και του Eυσέβιου των φιλοσόφων, του Iαννή και Iαμβρή των μεγάλων μάγων, του Διονυσίου και της Σιβύλλης και άλλων. Ήταν όμως και άρτια καταρτισμένη στα δόγματα της χριστιανικής πίστης.

Σύμφωνα με τους θρύλους (παράδοση) και τα Συναξάρια της Αγίας Αικατερίνης, όταν πληροφορήθηκε ο Αυτοκράτορας Μαξιμίνος όσα διαδίδονταν περί των ιδεών της και του τρόπου της ζωής της Αγίας, ανέθεσε σε περίφημους ρήτορες, να συζητήσουν μαζί της προκειμένου να της αποδείξουν το αβάσιμο και στρεβλό των ιδεών της.

Το αποτέλεσμα όμως ήταν το ακριβώς αντίθετο. Η Αικατερίνη κατάφερε να τους κάνει να ασπασθούν τον Χριστιανισμό. Όταν ο Αυτοκράτορας έμαθε το αποτέλεσμα οργίσθηκε τόσο που διέταξε την θανατική καταδίκη όλων στη πυρά στο μέσον της πόλης, την δε Αικατερίνη την υπέβαλε σε μαρτύρια μέχρι θανάτου.

Κατά την παράδοση το σώμα της Αγίας μεταφέρθηκε υπό «πτερύγων αγγέλων» στο όρος Σινά, όπου και κτίσθηκε η γνωστή ιερή Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά.

Σύμβολά της στην αγιογραφία είναι ο ακιδοφόρος τροχός και η αιμοσταγής μάχαιρα (όργανα του βασανισμού της), ο κλάδος φοίνικα, ο ιερός κάλαμος και βιβλία (σύμβολα της πνευματικότητάς της) και το όρος Σινά (ως μέρος της ταφής της).

Η Αγία Αικατερίνη είναι πολιούχος αγία της πόλης της Κατερίνης. Η πρωτεύουσα της Πιερίας ονομάστηκε αρχικά Αικατερίνη από το όνομα της αγίας.

Τα Ιερά Λείψανα της Αγίας βρίσκονται αδιάφθορα στην Ιερά Μονή Σινά. Δάκτυλος της Αγίας βρίσκεται στη Συλλογή των Ανακτόρων του Μπάκινγχαμ Λονδίνου. Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκονται στη Μονή Χιλανδαρίου Αγίου Όρους, στον ομώνυμο Ναό Ν. Λιοσίων Αττικής, στη Μονή Κύκκου Κύπρου και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.

dogma.gr

Tέλος το ΑΜΚΑ και το ΑΦΜ - Μόνο ο αριθμός της ταυτότητας για όλες τις συναλλαγές με το Δημόσιο

tautotites nees

Με γεφύρι της Αρτας μοιάζει η έκδοση των νέων αστυνομικών ταυτοτήτων καθώς έχουν εξαγγελθεί εδώ και χρόνια αλλά ποτέ δεν υλοποιούνται.

Ο νέος στόχος που τίθεται πλέον είναι να είναι έτοιμες στα μέσα του 2021, όπως αποκαλύπτουν Τα Νέα.    .

«Μιλάμε πολύ για τις νέες ταυτότητες γιατί για να μπορούμε να κάνουμε ψηφιακές υπηρεσίες θα πρέπει να μπορούμε να ταυτοποιούμαστε από το σπίτι μας ή από τη δουλειά μας. Άρα πρέπει να ξέρει το σύστημα ότι είμαι όντως εγώ και γι’αυτό χρειαζόμαστε ταυτότητες νέου τύπου», δήλωσε ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Κυριάκος Πιερρακάκης μιλώντας στον realfm 97,8, ενώ πρόσθεσε ότι εντός των επομένων εβδομάδων θα προκηρυχθεί ο σχετικός διαγωνισμός από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

Ο κ. Πιερρακάκης αναφερόμενος στην επερχόμενη αλλαγή ταυτοτήτων είπε ότι οι υφιστάμενες παραπέμπουν στη δεκαετία του 1960 και του 1970, προσθέτοντας ότι αποτελεί δέσμευσή του εντός των επομένων ολίγων εβδομάδων θα προκηρυχθεί ένας διαγωνισμός από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη με στόχο οι νέες ταυτότητες να είναι έτοιμες εντός του 2021.

Ενδιαμέσως θα υπάρξει ένα μεταβατικό στάδιο, με δημιουργία άλλων πιο «ήπιων μηχανισμών ταυτοποίησης μέσα στον Μάρτιο και τον Απρίλιο για να μπορέσουμε να σηκώσουμε αυτή τη νέα πλατφόρμα» ανέφερε.

Πώς θα είναι

«Οι νέες ταυτότητες θα θυμίζουν περισσότερο τις πιστωτικές κάρτες, θα έχει μια φωτογραφία, η οποία θα είναι έγχρωμη, όπως είναι σε άλλες χώρες. Αν δει κανείς πώς είναι οι ταυτότητες σήμερα στην Κύπρο, δεν έχουν έγχρωμες φωτογραφίες αλλά μοιάζουν περισσότερο με πιστωτικές κάρτες και σε αυτές αναγράφονται τα στοιχεία που έχουμε σήμερα και θα προστεθεί και ένας αριθμός, ο οποίος έχουμε ήδη ανακοινώσει ότι θέλουμε οι πολλοί αριθμοί που έχουμε να γίνουν ένας, για να μην ταλαιπωρούμαστε».

Παράλληλα, πρόσθεσε ότι: «Αυτή τη στιγμή έχουμε και ΑΦΜ και ΑΜΚΑ, πρέπει κανείς να θυμάται και μια σειρά άλλων αριθμών και ο στόχος που έχουμε είναι μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να τους ενοποιήσουμε όλους. Θα ανακοινώσουμε σύντομα ποιος θα είναι αυτός ο αριθμός.

Είναι τεχνικό πιο πολύ ξέρετε αυτό το θέμα. Να δούμε αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε έναν από τους υφιστάμενους και να τον γενικεύσουμε, να γίνει και φορολογικού ενδιαφέροντος και κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Προφανώς αυτός ο αριθμός θα γράφεται και στην ταυτότητα και θα αλληλεπιδρούμε με το Δημόσιο με αυτόν τον αριθμό.

Γιατί ο αριθμός της ταυτότητα, στην Ελλάδα αυτόν χρησιμοποιούμε κατά βάση, αλλάζει. Αν χάσεις την ταυτότητά σου, αλλάζει και ο αριθμός της. Θα πρέπει να έχουμε έναν αριθμό και να τον θυμόμαστε. Ο ΑΦΜ δεν αλλάζει, μένει σταθερός. Πρέπει να έχουμε έναν αριθμό και με αυτόν να αλληλεπιδρούμε, τον οποίο θα παίρνουμε όταν γεννιόμαστε».

Εθνικός Ύμνος Ελλάδας: Όλοι οι στίχοι και η ιστορία του!

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν είναι ένα ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός το 1823, τμήμα του οποίου αποτελεί τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας από το 1865 και της Κύπρου από το 1966.

Πρόκειται για τον μεγαλύτερο Εθνικό Ύμνο στον κόσμο σε μέγεθος, καθώς αποτελείται από 158 στροφές ή διαφορετικά 632 στίχους.


Το ποίημα γράφτηκε τον Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο και έναν χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι. Συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό, οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες, ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων.

Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία και έκτοτε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-’40), ο οποίος υπέβαλε το έργο του στον Βασιλιά Όθωνα.

Οι 24 πρώτες τετράστιχες στροφές του ποίηματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» καθιερώθηκαν ως εθνικός ύμνος το 1865. Οι δύο πρώτες ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσής του αποδίδονται ορθίως τιμές στρατιωτικού χαιρετισμού «εν ακινησία».

simaia

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί.

‘Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.

Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά
το ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι από την απελπισιά

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω το κεφάλι από τσ’ ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή·
δεν είν’ εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.

‘Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, αλλ’ ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια και σε γέλασε φρικτά.

΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ‘βρεις τα παιδιά σου, σύρε», έλεγαν οι σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι που τη δόξα σού ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου ο ουρανός που για τσ’ εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

εγαλήνεψε· και εχύθει καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη πολεμόκραχτη η φωνή.

΄Ολοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά.

Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια για να δείξουνε χαρά,

μ’ όλον πού ‘ναι αλυσωμένο το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθει και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει που την έδεναν κι αυτή.

Απ’ τον πύργο του φωνάζει, σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει το λιοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ’ άκρα της Ρουσίας τα μουγκρίσματα τσ’ οργής.

Εις το κίνημα του δείχνει πως τα μέλη ειν’ δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει με τα σπλάχνα του Ιταλού·

και σ’ εσέ καταγυρμένος, γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ’ έκρωζ’ ο σκασμένος, να σε βλάψει, αν ημπορεί.

΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι στες βρισιές οπού αγρικάς·

σαν το βράχο οπού αφήνει κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει ευκολόσβηστον αφρό·

οπού αφήνει ανεμοζάλη και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη, την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του, οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου και σ’ εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π’ ανανογιέται πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά·

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει, φρίκη, θάνατος, ερμιά·

Ερμιά, θάνατος και φρίκη όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν’ άρματα γεμάτη και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν για να ιδείς πως ειν’ πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα που θε νά ‘βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν’ ανεβεί.

Μέτρα! Ειν’ άπειροι οι φευγάτοι, οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος του πολέμου, και οι καπνοί,

και οι βροντές και το σκοτάδι οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη που ακαρτέρειε τα σκυλιά·

Τ’ ακαρτέρειε. Εφαίνον’ ίσκιοι αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, βρέφη ακόμη εις το βυζί.

‘Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει, μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν’ άδικα σφαγμένοι από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο με νεκρώσιμη σιωπή.

‘Ετσι χάμου εις την πεδιάδα μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα μισοφέγγαρο χλωμό,

Eάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν’ αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά·

και χορεύοντας μανίζουν εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου· κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·λες κι εκείθενε η ψυχή
απ’ το μίσος που την καίει πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε περισσότερο ειν’ γοργά.

Ουρανός γι’ αυτούς δεν είναι, ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι’ αυτούς όλους το παν είναι μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ’ άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,

και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει, φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο, πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι, και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη «φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.
‘Ολοι χάμου εκείτοντ’ όλοι εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι, δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι· φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι· δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.

Εις τον ήσυχον αιθέρα τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα, τα βελάσματα το αρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε και ξανάλθετε σε μας·

τα παιδιά σας θελ’ ιδείτε πόσο μοιάζουνε με σας.

‘Ολοι εκείνοι τα φοβούνται και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου περπατούν αντάμα οι δυο·

και πεσμένα εις τα χορτάρια απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία, που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περπατείς.

Στη σκια χεροπιασμένες, στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια, το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι για το τέκνο του Θεού.

Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώντας η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας οπού ανεί τον ουρανό,

«σ’ αυτό», εφώναξε, «το χώμα στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει, και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ’, άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει, σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει, δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι, κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις, τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις, κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη, ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε: “Εγώ ειμ’ ‘Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ’ αποκρυφθείτε εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, που, μ’ αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω, σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα, τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα, ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει, και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει μες στη στάχτη τη λεπτή”».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει: Του θυμού Του εισ’ αδελφή;
Ποιος είν’ άξιος να νικήσει ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν τα νερά, και τ’ αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν σαν ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν και πατούν εις τα κορμιά.

Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί.

Κεφαλές απελπισμένες, με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ’ άστρα σηκωμένες για την ύστερη φορά.

Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

Έτσι ν’ άκουα να βουίξει τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει κάθε σπέρμα αγαρηνό!

Και εκεί πού ‘ναι η Αγία Σοφία μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ’ άψυχα κορμία, βραχοσύντριφτα, γυμνά,

σωριασμένα να τα σπρώξει η κατάρα του Θεού,
κι απ’ εκεί να τα μαζώξει ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει, κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ’ αργό πάτημα ας πηγαίνει μεταξύ τους και ας μετρά.

Ένα λείψανο ανεβαίνει τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει και δεν φαίνεται, και πλιο

και χειρότερα αγριεύει και φουσκώνει ο ποταμός·
πάντα, πάντα περισσεύει· πολύ φλοίσβισμα και αφρός.

Α, γιατί δεν έχω τώρα τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα οπού εσβιούντο οι μισητοί,

το Θεόν ευχαριστούσε στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε αναρίθμητος λαός.

Ακλουθάει την αρμονία η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία, μ’ ένα τύμπανο τερπνόν

και πηδούν όλες οι κόρες με τσ’ αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες, με τα τύμπανα κι εκειές.

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.

Εις αυτήν, είν’ ξακουσμένο, δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·
όμως, όχι, δεν είν’ ξένο και το πέλαγο για σε.

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει κύματ’ άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει, κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει που τρομάζει η ακοή·
κάθε ξύλο κινδυνεύει και λιμνιώνα αναζητεί.

Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνειτου γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο, στην ξηράν εσύ ποτέ·
όμως όχι δεν είν’ ξένο και το πέλαγο για σέ.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια, και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια, τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν’ πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις.

Μ’ επιθυμία να τηράζεις δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει, και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει με αιματόχροη βαφή.

Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι και δεν μνέσκει ένα κορμί·
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη, που σε πέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι με τσ’ εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη δίνοντάς τα εις το φιλί.

Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

‘Ολοι κλαψτε· αποθαμένος ο αρχηγός της Εκκλησιάς·
κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος ωσάν να ‘τανε φονιάς!

‘Εχει ολάνοικτο το στόμα π’ ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα·λες πως θε να ξαναβγεί

η κατάρα που είχε αφήσει, λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει κι ημπορει να πολεμει

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει. Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει με το δάκτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη τρεις φορές μ’ ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει στους κινδύνους εμπροστά.

Απ’ εσάς απομακραίνει κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη, αχ, το νου σάς τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει, “πάρ’ το”, λέγοντας, “και συ”.

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει, παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους τα ξένη έθνη αληθινά:
“Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά”.

Τέτοια αφήστενε φροντίδα· όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε, πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε, πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία: «Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ!»

Το σημείον που προσκυνάτε είναι τούτο, και γι’ αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος σαν του Άβελ καταβοά·
δεν ειν’ φύσημα του αέρος που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ’ αφήστε να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε, και κτυπήσετε κι εδώ!”.

“Διονύσιος Σολωμός”

Ξενώνας "Νακαράκη"

cafe1743 steni logo oval2

69033226 106380027403869 8482116159657738240 n

          Ταβέρνα ο Πλάτανος

Δίρφη

Κατάλευκη στο χειμωνιάτικο φως φαντάζει από μακρυά σαν παγωμένο ηφαίστειο, γι’ αυτό κι οι ορειβάτες την αποκαλούν το «Μικρό Φούτζι», μιας και προσομοιάζει με το όρος Φούτζι, το ψηλότερο βουνό (και ενεργό ηφαίστειο) της Ιαπωνίας.

Το ποτάμι της Στενής Ευβοίας

Το ποτάμι της Στενής έρχεται από τις πηγές της Δίρφης, που αναβλύζουν στις πλαγιές της μέσα από κεφαλάρια, νερομάνες, φλέβες και κεφαλόβρυσα και που μέσα από νεροσυρμές καταλήγουν στο ποτάμι και το γεμίζουν για να περάσει με μεγαλοπρέπεια από την Άνω και την Κάτω Στενή. με τον ατέλειωτο παφλασμό των νερών του. Σαν μια αδιάκοπη υγρή συμφωνία που εκτελείται χειμώνα-καλοκαίρι σε όλη τη μουσική κλίμακα, από καταρράκτες με αδιάκοπη ροή, που δίχως στιγμή διαλείμματος, χαρίζουν τη μουσική τους όλες τις ώρες του έτους από πρωί μέχρι νύκτα και από νύκτα μέχρι το πρωί.

Ξεροβούνι

Το Ξεροβούνι είναι ένας ασβεστολιθικός ορεινός όγκος στην Κεντρική Εύβοια και αποτελεί στην ουσία συνέχεια του ορεινού συγκροτήματος της Δίρφης (προς τα νότια). Η ψηλότερη κορυφή του, ο Πορτάρης, έχει υψόμετρο 1.453 μ. Έχει και μια δεύτερη κορυφή, αγνώστου ταυτότητας, με υψόμετρο 1.412 μ. Η βλάστηση του βουνού αποτελείται κυρίως από πεύκα και έλατα και δευτερευόντως από δάση οξυάς και καστανιάς.

Φαράγγιι της Αγάλης

Το φαράγγι της Αγάλης είναι ένα από τα ομορφότερα φαράγγια της Εύβοιας και αναπτύσσεται στις δυτικές πλαγιές της Δίρφης. Το μήκος του φτάνει τα 5 χιλιόμετρα. Η είσοδος του φαραγγιού βρίσκεται σχεδόν 2 χιλιόμετρα ανατολικά από το χωριό Άγιος Αθανάσιος, και συγκεκριμένα μετά το γήπεδο του οικισμού. Φτάνοντας στο χωριό, ενημερωτικές πινακίδες θα σας κατευθύνουν προς την είσοδο του φαραγγιού.

Η ΟΡΕΙΝΗ ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ

Η Digitalis ferruginea, απαντάται σε αφθονία στο Ξηροβούνι. Στο κέντρο της Εύβοιας, η Δίρφη (το ψηλότερο βουνό της), το Ξηροβούνι και η περιοχή της Στενής αποτελούν έναν σημαντικό βοτανικό παράδεισο, με σπάνια είδη λουλουδιών. Από αυτά, ορισμένα φύονται μόνον σε τούτη την περιοχή και πουθενά αλλού στον κόσμο.

Εισάγετε τη διέυθυνση σας και βρείτε την καλύτερη διαδρομή για εσάς!

Χάρτης της περιοχής